Μια φυλετικά διαχωρισμένη τάξη – Μια συζήτηση για το διαφορετικό και πώς αντιμετωπίζεται με το πνεύμα της ορθόδοξης Πεντηκοστής!
Μία ημέρα μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το
1968, η Jane Elliott πήγε να διδάξει στο δημοτικό της πόλης της στην
Άιοβα, όπου κατοικούσαν μόνο λευκοί. Χώρισε τους μαθητές της σε δύο
ομάδες, εκείνους με γαλάζια μάτια κι εκείνους με καφέ μάτια, και
αποφάσισε να τους δώσει ένα γερό μάθημα κατά των φυλετικών διακρίσεων
Δείτε σε :
Κι αφού συζητήσαμε την ταινία και το μήνυμά της μπορείτε
να παρακολουθήσετε τη συζήτησή μας σχετικά στην ιστοσελίδα του τμήματός μας.
Θα είναι χαρά μας να συμβάλλετε κι εσείς με τις δικές σας
σκέψεις. Σας περιμένουμε.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΒΟΥΗΣ, Β1 : Στην αρχή ήμουν πολύ περίεργος για το πώς γίνεται τόσο μικρά παιδιά να καταλάβουν το τι είναι ρατσισμός κι έμεινα έκπληκτος όταν είδα τί σκέφθηκε για να πετύχει το στόχο της η δασκάλα. Όταν είπε στα παιδιά ότι αυτοί με τα γαλανά μάτια είναι ανώτεροι από αυτούς με τα καφέ μάτια, αναρρωτήθηκα αν σκοπός της ήταν να κάνει τους μαθητές της αντιρατσιστές ή το αντίθετο. Φυσικά, την επόμενη ημέρα που είπε στους μαθητές ότι το σωστό είναι πως αυτοί με τα καστανά μάτια είναι ανώτεροι και ότι αυτό που τους είπε χτες ήταν ψέμματα, τότε άρχισα να καταλαβαίνω το έξυπνο σχέδιό της για να κάνει τα παιδιά να καταλάβουν πόσο κακό πράγμα είναι ο ρατσισμός. Επίσης, κατάλαβα ότι αν στις μικρές ηλικίες χρησιμοποιήσεις ζωντανό παράδειγμα για κάτι, ακόμα και για τον ρατσισμό, τότε αυτό χαράσσεται βαθειά μέσα τους και μένει για όλη την υπόλοιπη ζωή τους μέσα στο μυαλό τους, έτσι ώστε να έχουν καλή συμπεριφορά (να μην είναι ρατσιστές στο συγκεκριμένο παράδειγμα).Στη συνέχεια τα παιδιά που μεγάλωσαν κατά δεκαπέντε χρόνια, έκαναν οικογένεια και παιδιά δικά τους προσκλήθηκαν από τη δασκάλα τους να συζητήσουν πόσο τους επηρέασε στη ζωή τους το πείραμα. Αρχικά, είπαν πώς σκέφτονταν τότε και πως ήταν τόσο μεγάλο το μάθημα που η τάξη έμεινε αγαπημένη σαν οικογένεια και ο καθένας τους ξεχωριστά έμαθε τα παιδιά και τους γύρω τους να μην διακρίνουν για κανένα λόγο κανέναν.
Στο τελευταίο στάδιο της ταινίας βλέπουμε μια διαφορετική ομάδα, αυτή τη φορά το πείραμα γίνεται από μια πολιτεία της Αμερικής σε σωφρονιστκούς υπαλλήλους για να μη διακρίνουν τους διαφορετικής φυλής, χρώματος, φρονημάτων φυλακισμένους τους. Χωρίζονται πάλι σε δυο ομάδες, σ΄αυτούς που έχουν γαλανά μάτια (οι αδικημένοι, εδώ) και στους με καστανά μάτια (οι ευνοημένοι, τώρα). Και στις δυο ομάδες υπάρχουν μαύροι και άσπροι άνθρωποι, επομένως δεν διακρίνεται το χρώμα του δέρματος αλλά των ματιών. Νιώθουν πολύ άβολα οι γαλανομάτηδες, δεν μπορούν να αντικρούσουν τα λανθασμένα επιχειρήματα, νιώθουν απελπισία να αντιδράσουν, αφού ό,τι κι αν κάνουν αποδεικνύεται λάθος συμπεριφορά και επικρίνεται. Μ΄ αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνονται “στο πετσί τους” τις διακρίσεις που οι ίδιοι πιθανόν έκαναν στους φυλακισμένους που φυλάσσουν”.
Κατά τη διάρκεια της ταινίας προσπαθούσα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση των αδικημένων και να καταλάβω πώς αισθάνονται όταν υπάρχει διάκριση εναντίον τους. Ακόμα ένιωθα μίσος για τους άλλους που αισθάνονταν ανώτεροι και χτυπούσαν τα άλλα παιδιά. Επίσης αισθάνθηκα μελαγχολία γιατί στις μέρες μας το φαινόμενο του ρατσισμού είναι πολύ έντονο και πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν λόγω των διακρίσεων που γίνονται εις βάρος τους για το χρώμα, την εθνικότητα ή οποιαδήποτε διαφορετικότητα μπορεί να παρουσιάζουν από τους άλλους.
Τέλος, έντονα ήταν τα συναισθήματά μου για εκείνους που αντιμετώπιζαν το ρατσισμό, αφού φαινόταν στα μάτια τους η απογοήτευση, γιατί ενώ ήξεραν πως οι απόψεις της δασκάλας δεν στέκουν λογικά, δεν ήταν σε θέση να τις αποκρούσουν.
Ο ρατσισμός είναι ένα φαινόμενο που μαστίζει την κοινωνία μας και που πρέπει ο καθένας μας παίρνοντας για παράδειγμα τη δασκάλα αυτή, να αναλάβει δράση εναντίον του ρατσισμού και της προκατάληψης εναντίον κάποιων ανθρώπων διαφορετικών.